εσσήν

ἐσσήν, -ῆνος, ὁ (ΑΜ)
(κατά το Ετυμολογικόν Μέγα) ο βασιλιάς τών μελισσών
αρχ.
1. πληθ. οἱ ἐσσῆνες
οι ιερείς τής Αρτέμιδος στην Έφεσο
2. ο βασιλιάς, ανώτατος άρχων
3. μτφ. (κατά τον Ηρωδιαν.) οικιστής
4. ύφασμα για τα ενδύματα τών Ιουδαίων ιερέων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. πρόκειται για δάνεια λέξη μικρασιατικής (φρυγικής ή λυδικής) προελεύσεως. Σχηματισμός κατά τα σε -ήν (πρβλ. βα(λ)λήν «βασιλιάς», κηφήν κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • SARDONYX — lapis apud Veteres magni nomins, de cuius vocis etymo diximus supra, in voce Sarda. Iosepho primus fuit e XII. iilis lapidibus, qui Aaronis τὴν ἐςςην´ην distinguebant; ut Senioribus Sardius. Eidem Sardonyches fuêre duo lapides soham, in Humerali… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σειρήνα — η / σειρήν, ῆνος, ΝΑ, και σιρήνα Α 1. μυθ. στον πληθ. οι σειρήνες μυθικές θηλυκές θεότητες που εικονίζονται με ανθρώπινο κεφάλι και σώμα αρπακτικού πτηνού και οι οποίες ήταν εγκατεστημένες στην είσοδο τού πορθμού τής Σικελίας και με τη γλυκιά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.